H αυξημένη ζήτηση για θέρμανση λόγω του ψύχους, έβαλε σε εγρήγορση τις
αρμόδιες υπηρεσίες, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των πολιτών.
Στη ΔΕΗ, ΔΕΠΑ και ΔΕΣΦΑ, έχει σημάνει «μίνι» συναγερμός, λόγω της αύξησης της κατανάλωσης ηλεκτρικού και φυσικού αερίου, ως απόρροια των χαμηλών θερμοκρασιών, αλλά και της υποκατάστασης του πετρελαίου θέρμανσης από θερμαντικά σώματα....
Τα άδεια ντεπόζιτα χιλιάδων κατοικιών σε όλη τη χώρα, λόγω της υψηλής τιμής του καυσίμου, υποχρέωσε την πλειονότητα των καταναλωτών να χρησιμοποιήσουν ηλεκτρικά σώματα, που είναι η πλέον άμεση λύση για την αντιμετώπιση του ψύχους.
Αυτή η αντίδραση, αναμενόμενη εν πολλοίς, προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις σε όλο το σύστημα ηλεκτροπαραγωγή-φυσικό αέριο.
Αρχικά, αυξήθηκε η κατανάλωση ηλεκτρικού, τουλάχιστον κατά τις ώρες από τις 3 το απόγευμα έως τις 8-9 το βράδυ. Έτσι εχθές 14 Δεκεμβρίου, από τις 4 το απόγευμα και μετά, η κατανάλωση είχε ξεπεράσει τα 7.000 μεγαβάτ, με πρόβλεψη τα 8.500 μεγαβάτ στις 8 το βράδυ.
Η κατανάλωση αυτή δεν είναι υπερβολική και σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να προκαλέσει συναγερμό, καθώς κατά το παρελθόν έχουν αντιμετωπιστεί καταναλώσεις πάνω από 10.000 μεγαβάτ.
Ωστόσο η έστω και μικρή αυτή αύξηση της κατανάλωσης, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τις λιγνιτικές μονάδες και ενισχύθηκε η παραγωγή στη μονάδα «Αγ. Δημήτριος 5» που ξεπέρασε τα 330 μεγαβάτ, ενώ ακόμη και η πλέον σύγχρονη της Μελίτης, δεν ξεπέρασε τα 280 μεγαβάτ.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, θα έπρεπε να καλύψουν τα κενά οι μονάδες φυσικού αερίου.
Ωστόσο διαπιστώθηκε ότι λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών οι καταναλώσεις βρισκόταν ήδη πολύ ψηλά και έτσι οι μονάδες φυσικού αερίου θα έπρεπε να περιορίσουν τη λειτουργία τους για να μην υπάρξουν ελλείψεις καυσίμου σε άλλες χρήσεις, όπως οι οικιακές.
Σύμφωνα με τον ημερήσιο προγραμματισμό, οι περισσότερες μονάδες φυσικού αερίου, της ΔΕΗ και των ιδιωτών που έχουν ισχύ 400-440 μεγαβάτ, λειτουργούσαν χθες με ισχύ έως 250 μεγαβάτ, ενώ μόνο η μία από τις 3 του ομίλου Μυτιληναίου, λειτούργησε για κάποιες ώρες στα 400 μεγαβάτ.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΔΕΠΑ, η ημερήσια κατανάλωση φυσικού αερίου, που σε αντίστοιχες συνθήκες ήταν γύρω στα 12-13 εκατομμύρια κυβικά, την τελευταία εβδομάδα ξεπέρασε τα 16 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξαντλούνται με ταχύτερο ρυθμό από τον προγραμματισμένο, τα αποθέματα υγροποιημένου αερίου στη Ρεβυθούσα, τα οποία χρησιμοποιούνται για την κάλυψη ζήτησης αιχμής. Πηγές της διοίκηση της ΔΕΠΑ τόνιζαν ότι οι καταναλώσεις αυτές αποτελούν ρεκόρ.
Ωστόσο τόνιζαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, καθώς ήδη εξασφαλίστηκε η προγραμματισμένη για τις 26 Δεκεμβρίου παραλαβή φορτίου 70.000 κυβικών μέτρων αλγερινού υγροποιημένου αερίου, να γίνει νωρίτερα, στις 19 Δεκεμβρίου και σε ποσότητα 110.000 κυβικών μέτρων.
Με βάση τα ιστορικά στοιχεία ως προς τις καταναλώσεις φυσικού αερίου, η χειμωνιάτικη αιχμή αναμένονταν από τα μέσα Ιανουαρίου, σύμφωνα με το Euro2day, οπότε ο προγραμματισμός παραλαβών και από τη ΔΕΠΑ και από ιδιώτες έγινε με τα δεδομένα αυτά.
Ωστόσο οι χαμηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση ηλεκτρικού προκάλεσαν την ενεργειακή στενότητα, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει προμηθευθεί πετρέλαιο, όπως τα προηγούμενα έτη.
Στη ΔΕΗ, ΔΕΠΑ και ΔΕΣΦΑ, έχει σημάνει «μίνι» συναγερμός, λόγω της αύξησης της κατανάλωσης ηλεκτρικού και φυσικού αερίου, ως απόρροια των χαμηλών θερμοκρασιών, αλλά και της υποκατάστασης του πετρελαίου θέρμανσης από θερμαντικά σώματα....
Τα άδεια ντεπόζιτα χιλιάδων κατοικιών σε όλη τη χώρα, λόγω της υψηλής τιμής του καυσίμου, υποχρέωσε την πλειονότητα των καταναλωτών να χρησιμοποιήσουν ηλεκτρικά σώματα, που είναι η πλέον άμεση λύση για την αντιμετώπιση του ψύχους.
Αυτή η αντίδραση, αναμενόμενη εν πολλοίς, προκάλεσε αλυσιδωτές επιπτώσεις σε όλο το σύστημα ηλεκτροπαραγωγή-φυσικό αέριο.
Αρχικά, αυξήθηκε η κατανάλωση ηλεκτρικού, τουλάχιστον κατά τις ώρες από τις 3 το απόγευμα έως τις 8-9 το βράδυ. Έτσι εχθές 14 Δεκεμβρίου, από τις 4 το απόγευμα και μετά, η κατανάλωση είχε ξεπεράσει τα 7.000 μεγαβάτ, με πρόβλεψη τα 8.500 μεγαβάτ στις 8 το βράδυ.
Η κατανάλωση αυτή δεν είναι υπερβολική και σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να προκαλέσει συναγερμό, καθώς κατά το παρελθόν έχουν αντιμετωπιστεί καταναλώσεις πάνω από 10.000 μεγαβάτ.
Ωστόσο η έστω και μικρή αυτή αύξηση της κατανάλωσης, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τις λιγνιτικές μονάδες και ενισχύθηκε η παραγωγή στη μονάδα «Αγ. Δημήτριος 5» που ξεπέρασε τα 330 μεγαβάτ, ενώ ακόμη και η πλέον σύγχρονη της Μελίτης, δεν ξεπέρασε τα 280 μεγαβάτ.
Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, θα έπρεπε να καλύψουν τα κενά οι μονάδες φυσικού αερίου.
Ωστόσο διαπιστώθηκε ότι λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών οι καταναλώσεις βρισκόταν ήδη πολύ ψηλά και έτσι οι μονάδες φυσικού αερίου θα έπρεπε να περιορίσουν τη λειτουργία τους για να μην υπάρξουν ελλείψεις καυσίμου σε άλλες χρήσεις, όπως οι οικιακές.
Σύμφωνα με τον ημερήσιο προγραμματισμό, οι περισσότερες μονάδες φυσικού αερίου, της ΔΕΗ και των ιδιωτών που έχουν ισχύ 400-440 μεγαβάτ, λειτουργούσαν χθες με ισχύ έως 250 μεγαβάτ, ενώ μόνο η μία από τις 3 του ομίλου Μυτιληναίου, λειτούργησε για κάποιες ώρες στα 400 μεγαβάτ.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΔΕΠΑ, η ημερήσια κατανάλωση φυσικού αερίου, που σε αντίστοιχες συνθήκες ήταν γύρω στα 12-13 εκατομμύρια κυβικά, την τελευταία εβδομάδα ξεπέρασε τα 16 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξαντλούνται με ταχύτερο ρυθμό από τον προγραμματισμένο, τα αποθέματα υγροποιημένου αερίου στη Ρεβυθούσα, τα οποία χρησιμοποιούνται για την κάλυψη ζήτησης αιχμής. Πηγές της διοίκηση της ΔΕΠΑ τόνιζαν ότι οι καταναλώσεις αυτές αποτελούν ρεκόρ.
Ωστόσο τόνιζαν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, καθώς ήδη εξασφαλίστηκε η προγραμματισμένη για τις 26 Δεκεμβρίου παραλαβή φορτίου 70.000 κυβικών μέτρων αλγερινού υγροποιημένου αερίου, να γίνει νωρίτερα, στις 19 Δεκεμβρίου και σε ποσότητα 110.000 κυβικών μέτρων.
Με βάση τα ιστορικά στοιχεία ως προς τις καταναλώσεις φυσικού αερίου, η χειμωνιάτικη αιχμή αναμένονταν από τα μέσα Ιανουαρίου, σύμφωνα με το Euro2day, οπότε ο προγραμματισμός παραλαβών και από τη ΔΕΠΑ και από ιδιώτες έγινε με τα δεδομένα αυτά.
Ωστόσο οι χαμηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση ηλεκτρικού προκάλεσαν την ενεργειακή στενότητα, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν έχει προμηθευθεί πετρέλαιο, όπως τα προηγούμενα έτη.
