> Voliotaki: ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΖΩΗ

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΖΩΗ

Αντώνης Φορλίδας
Αμβέρσα

Μέ λένε Λάζαρο, είμαι σκύλος καί σού γράφω από τόν Παράδεισο.
Τόν πρώτο χρόνο τής ζωής μου τόν πέρασα ευτυχισμένος. Εμενα σέ μιά οικογένεια καί κάθε μέρα έπαιζα μέ τόν μικρό τους γιό τόν Αριστείδη.
Κάποια μέρα όμως μ΄έβαλαν σ΄ένα αυτοκίνητο , μέ πήγαν σέ μιά ερημιά, άνοιξαν τήν πόρτα καί μέ παράτησαν εκεί.

Περπάταγα μέρες καί μέ τήν όσφρησή μου καί τό ένστικτό μου κατάφερα νά ξαναβρώ τό σπίτι, ελπίζοντας νά ξαναδώ τόν μικρό Αριστείδη.
Περίμενα μάταια όμως επειδή ή οικογένεια μετακόμισε στήν πρωτεύουσα.
Ετσι λοιπόν κουβαλώντας τήν θλίψη μου καί τόν πόνο μου άρχισα νά τριγυρνώ αδέσποτος στούς δρόμους.
Δύσκολα χρόνια καί περίεργοι άνθρωποι. Εγώ τούς έδειχνα αγάπη κουνώντας τήν ουρά μου καί αυτοί μέ φτύναν, μέ κλωτσούσαν, μέ χτυπούσαν μέ στυλιάρια καί μέ φώναζαν κοπρόσκυλο.
Ο καιρός περνούσε κι΄εγώ συνέχισα νά ζώ μέσα στήν δυστυχία, τίς κακουχίες, τήν πείνα, τήν δίψα , τό κρύο καί τήν παγωνιά.
Κάποια μέρα αναθάρρησα. Περνώντας έξω από ένα περίπτερο διάβασα ότι κάποιοι άνθρωποι σέ μιά μακρινή χώρα έστειλαν πολλά λεφτά γιά όλα εμάς τά αδέσποτα.
Ανθρακες ό θησαυρός. Τά λεφτά αυτά πού ήταν γιά τά δυστυχισμένα ζώα, τά έφαγαν κάποιοι κακοί άνθρωποι πού στά ελληνικά τούς λένε Δημάρχους.
Μιά μέρα , μάς μάζεψαν καί μάς πήγαν σ΄ένα άσυλο. Οχι βέβαια ότι ήταν καί τό Γκράντ Οτέλ, αλλά τουλάχιστον εκεί εξασφάλισα λίγο τροφή, λίγο νερό καί αρκετό χρόνο νά αναπολώ τόν αγαπημένο μου μικρό Αριστείδη.
Καί τά χρόνια περνούσαν. Αρκετοί φίλοι μου στάθηκαν τυχεροί καί κάποιοι τούς υιοθέτησαν.
Εγώ γηρασμένος πλέον καί απογοητευμένος περίμενα τό τέλος.
Κάποια μέρα, κάνουν τήν εμφάνισή τους δυό τσαπερδώνες καί μάς κοιτούσαν πίσω από τά σύρματα. Δέν έκανα κάν τόν κόπο από τήν απογοήτευσή μου νά ανοίξω καί τά δυό μου μάτια. Ανοιξα μόνο τό ένα καί τί νά δώ . Μού έγνεφαν μ΄ένα νεύμα σάν αυτό τού Ανδρέα στήν Δήμητρα , νά πάω κοντά τους.
Αυτό ήταν. Οί φοιτητριούλες μέ πήραν στό φτωχό σπιτάκι τους καί μ΄έβαλαν καί κουβερτούλα δίπλα στό καλοριφέρ.
Θυμάμαι μέ πόση λαχτάρα καί κουνώντας τήν ουρά , τίς περίμενα νά γυρίσουν σπίτι από τά μαθήματά τους ή τά ραντεβουδάκια τους.
Ο τελευταίος χρόνος τής ζωής μου , ήταν τόσο ευτυχισμένος όσο καί ό πρώτος.
Κάποια μέρα , πού καταλάβαινα ότι ήταν καιρός νά μέ πάρει ό Θεός, τίς περίμενα μέ αγωνία νά γυρίσουν σπίτι.
Τίς πλησίασα, έτριψα τή μουσούδα μου στά πόδια τους, τούς έδειξα όλη μου τήν αγάπη καί τήν ευγνωμοσύνη κοιτώντας τες μέ τά ηλίθια σκυλίσια μάτια μου, μούφυγε κι΄ένα δάκρυ καί κρύφτηκα πίσω από τόν καναπέ ν΄αφήσω μ΄έναν αναστεναγμό τήν τελευταία μου πνοή.