Τάσος Γ. Καπουρνιώτης
Αρχιτέκτονας
Στο Λονδίνο που εξακολουθώ να είμαι, διάβασα στο διαδίκτυο την με πνεύμα «Προστασίας», πρόσφατη επιστολή καταγγελία, παρότρυνση, που δημοσίευσαν συμπολίτες στελέχη κόμματος με αποδέκτες τους «Δημοκρατικούς Βολιώτες».
Σκοπός τους να τους προστατεύσουν από τον γελοίο φασίστα Μπέο, Δήμαρχο της πόλης.Αρχιτέκτονας
Στο Λονδίνο που εξακολουθώ να είμαι, διάβασα στο διαδίκτυο την με πνεύμα «Προστασίας», πρόσφατη επιστολή καταγγελία, παρότρυνση, που δημοσίευσαν συμπολίτες στελέχη κόμματος με αποδέκτες τους «Δημοκρατικούς Βολιώτες».
Αιτία η άτοπη υποδοχή- συμπεριφορά του Δημάρχου προς τον ΓΑΠ (για όσους δεν γνωρίζουν Γεώργιο Ανδρέα Παπανδρέου).
Χαρακτηριστικά γράφουν: «….Εδώ και πολύ καιρό έχουμε επισημάνει στους δημοκρατικούς συμπολίτες μας πως στην περίπτωση του Μπέου πίσω από τον μανδύα της ακραίας γελοιότητας βρίσκεται το απεχθές πρόσωπο του φασισμού….».
Άλλη μία καταγγελία λοιπόν. Μέχρι σήμερα οι συγκεκριμένοι με τις πράξεις και τις δηλώσεις τους πιθανόν και προκειμένου να φροντίσουν τα χαμένα τους κεκτημένα (παλιότερα) κρύβονται κάθε φορά πίσω από το προσωπείο του δήθεν σύμβουλου «Προστάτη».
Αυτού του είδους ο «Προστάτης» μου φέρνει στον νου αυτό που ο Πλάτωνας (427-347 π.Χ., Φιλόσοφος) κάποτε είχε πει συγκεκριμένα: «…Αυτή και μόνο είναι η ρίζα από όπου ξεπετιέται ένας τύραννος: όταν κάποια στιγμή εμφανίζεται και κάνει πως είναι ο «Προστάτης»….»
Η λέξη φασίστας σε μια Δημοκρατία, είναι μια από τις πιο εύκολα πολυχρησιμοποιημένες υποτιμητικές εκφράσεις, συνήθως υποδηλώνει «τον βίαιο» τον «κτηνώδη» τον «καταπιεστικό» η τον «δικτατορικό».
Είναι μέτρο χαρακτηρισμός συμπεριφοράς γενικής εκδήλωσης μαζικής διοίκησης και αντιμετώπισης, διαφέρει όμως όταν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις και με συγκεκριμένους αποδέκτες (βλέπε ΓΑΠ, ύποπτες- ένοχες συμπεριφορές εμπλεκόμενων πολιτικών σε άλλες περιπτώσεις, παραφιλολογίες, κωλυσιεργίες, κλπ.).
Εκτός αυτού υπάρχουν παραδείγματα αριστερών ή κομμουνιστικών καθεστώτων που με την εφαρμοσμένη συναφή τακτική τους, θα μπορούσαν να ενταχθούν ανάλογα στον χαρακτηρισμό (φασίστες), αποστερώντας του τον «συγκεκριμένο» και εφαρμόσιμο μόνο από «κάποιους».
Διάβασα ακόμη στην συνέχεια της δήλωσής τους: «…
Καθήκον όλων των δημοκρατικών δυνάμεων αλλά και των δημοκρατικών πολιτών πρωτίστως, είναι η πολιτική απομόνωση του προσώπου αυτού, αλλά και των πρακτικών του…..».
Ο Καζαντζάκης (Νίκος Καζαντζάκης, 1883-1957, Έλληνας συγγραφέας) στο («Οι Αδερφοφάδες») γράφει στην ροή των διαλόγων του: «….Θέλει, λέει, να ναι λεύτερος. Σκοτώστε τον!
Ο Μπέος λοιπόν ψηφίστηκε και ίσως δεν το έχουν καταλάβει, γιατί εκπροσωπεί την χαμένη ελευθερία αντίδρασης. Είναι αυτός που θα πει και θα κάνει αυτά που οι περισσότεροι θέλουν να κάνουν και δεν μπορούν.
Είναι τέλος πάντων ο κλασικός Έλληνας που τον τρώει το δίκαιο, που ξέρει πολλά από αυτά που έχουν γίνει και γίνονται και δεν θέλει να του φέρονται και να τον υπολογίζουν σαν μ@λ@κ@.
Θέλει λοιπόν να είναι ελεύθερος, αυτό όμως δεν αιτιολογεί την απομόνωση, τον αφανισμό του.
Τον αντιμετωπίζεις με την συμπεριφορά σου, τις προτάσεις, τα επιχειρήματά σου, δεν κάνεις αντιπολίτευση μόνο για αντιπολίτευση.
Οι καλές συμπεριφορές εξαρτώνται από το περιβάλλον αλλά και τους εκάστοτε αποδέκτες.
Χρόνια τώρα έχουμε μπουχτίσει να βλέπουμε «κυριλέδες επώνυμους» κυρίως αριστερούς…. να κάνουν το παιχνίδι τους στις πλάτες μας.
Άτομα που ενώ θα έπρεπε κάθε τους ενέργεια να δικαιολογεί την ιδεολογία, τα δήθεν προοδευτικά (χαρακτηρισμός οικειοποιημένος προσφιλής) πιστεύω τους, τα έχουμε δει να μεταλλάσσονται στην πορεία σε μεγαλύτερους υποκριτές, χειρότερους από αυτούς που κάποτε κατηγορούσαν και υποτίθεται τους αντικατέστησαν για το καλύτερο.
Τα γεγονότα και τα αντίστοιχα αποτελέσματά τους είναι αδιάψευστα, έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια, που δεν είναι άλλα από αυτά που ταλαιπωρούν σήμερα την χώρα και όλους μας.
Πολιτισμός, εξέλιξη, επενδύσεις -παραγωγή, εκπαίδευση, περιβάλλον αποτελούν μερικούς από τους κοινωνικούς τομείς αρνητικής επίδρασής τους.
Από την άλλη η απότομη ανάδειξη, ο παράλογα αδικαιολόγητος πλουτισμός, η μη αξιοκρατία είναι κάτι φανερό που εκτός από αισχρό πρότυπο αποτελεί την υποβάθμιση των ιδανικών, τον μαρασμό των αξιών και την κύρια αιτία φυγής των νέων, των ικανών στο εξωτερικό.
Όλα αυτά λοιπόν οι περισσότεροι από εμάς και είμαι σίγουρος και από τους συντάκτες της επιστολής, τα γνωρίζουμε.
Όλοι θα θέλαμε να βγούμε να τα φωνάξουμε, άλλωστε αυτό κάνουμε όταν βρεθούμε με την παρέα μας, γιατί λοιπόν θα πρέπει να κατηγορήσουμε τον Μπέο που το έκανε δημόσια.
Το συγκεκριμένο γεγονός ποιος δεν το χάρηκε;
Ο άνθρωπος λίγο πριν από το «μηδέν».
Αυτός που άμεσα ευθύνεται για τον κατακερματισμό της Εθνικής υπερηφάνειας όταν τον Δεκέμβριο του 2009 και τον Ιανουάριο του 2010 δήλωνε πως η Ελλάδα είναι μια «διεφθαρμένη χώρα».
Αυτός που διάλεξε (κάνοντας τουρισμό) το περήφανο Ακριτικό Καστελόριζο, την αρχή της Ελληνικής κυριαρχίας από τον νότο, για να υποδουλώσει την χώρα στις σύγχρονες οικονομικές χούντες (ΔΝΤ κλπ.).
Αυτός που η κάθε δημόσια εμφάνισή του προκαλούσε και προκαλεί γέλια, μόνο το πως φύτεψε το κωνοφόρο (θυμηθείτε με την γλάστρα) στο πάρκο της πλατείας Γκεζί της Κωνσταντινούπολης, αρκεί.
Αυτός που ήταν η αιτία, η παρέα του (πανάκριβοι σύμβουλοι κλπ.) να κοστίσει εκατομμύρια στην χώρα.
Αυτός που επί των ημερών του (ακόμη από τότε που ήταν υπουργός Εξωτερικών) κάνανε πλιάτσικο στα εκατομμύρια χορηγίες, οι ΜΚΟ χωρίς αντίκρισμα έργου.
Αυτό λοιπόν το φερόμενο πολιτικό παράσιτο, δεν εννοεί να καταλάβει πως ίσως σε κάτι άλλο θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος, εξακολουθεί να το παίζει πολιτικός αρχηγός, να περιφέρεται και να προκαλεί.
Ήρθε λοιπόν και στην πόλη μας, είχε και το θράσος να καλέσει κόσμο μαζί όμως και τον Μπέο σαν τον Δήμαρχο της πόλης.
Τι έκανε λοιπόν ο Μπέος, φέρθηκε όπως θα έπρεπε να κάνει ο καθένας από εμάς (άλλωστε γιαυτό υπάρχει) και τίποτε περισσότερο.
Αντί λοιπόν τουλάχιστον να σωπάσουν, να χαρούν έστω κρυφά, νόμισαν πως βρήκαν ακόμη ένα όπλο και το πρόσθεσαν στα τόσα μπούμερανκ του οπλοστασίου τους, κατηγορώντας τον γιατί έπραξε το αυτονόητο.
