Είναι ένας Κερκυραίος , ένας Κεφαλλονίτης κι ένας Λευκαδίτης , που βρήκαν κάπου σ ένα αραχνιασμένο, σκοτεινό υπόγειο ένα λυχνάρι, απ αυτά τα μυστήρια με τα τζίνι .
Το τρίψανε και ξεπετάχτηκε το τζίνι .
- » Έχετε ο καθένας από μια ευχή, θα σας την πραγματοποιήσω και μετά φεύγω » , λέει το τζίνι .
- » Ψαράς είμ εγώ , ψαράς είν ο πατέρας μου , ψαράς ήταν κι ο παππούς μου κι ο γιός μου ψαράς θα γίνει κι αυτός . Θέλω να γεμίσουν οι ωκεανοί και τα πέλαγα με ψάρια . «, λέει ο Λευκαδίτης .
- » Έγινε ! «, λέει το τζίνι και πραγματοποιήθηκε η ευχή .
- » Θέλω έναν τείχος γύρω απ όλη την Κέρκυρα , έτσι που τίποτα να μη μπορεί να μπει μέσα . , λέει έκθαμβος ο Κερκυραίος .
Μ ένα κροτάλισμα των δακτύλων , το τζίνι πραγματοποιεί κι αυτήν την ευχή .
- » Δε μου το ξαναλές αυτό το περί τείχους ; «, ρωτά ο Κεφαλλονίτης .
- » Να , είναι γύρω στα πενήντα μέτρα ψηλό , 20 μέτρα φαρδύ και τίποτα δεν μπορεί ούτε να μπει ούτε να βγει από εκεί , » λέει το τζίνι .
- » Εντάξει . Γέμισέ το με νερό τώρα ! » , λέει ο Κεφαλλονίτης .
