AΠΟ: Β.Σ.
Τις νύχτες έπαιζα κρυφτό, κοιτούσα ως τ' αστέρια,
ακόμη τέτοια υπήρχανε, κάθε απ' αυτά κι ευχή.
Μικρό παιδί, τι τυχερό, μου 'λεγαν παραμύθια,
μ' αυτά με νανουρίζανε σε κάποια αγκαλιά.
Αυτό πολύ μου άρεσε κι άργησα να ξυπνήσω,
λες κι ήμουνα σε λήθαργο κι έχασα εποχές.
Όνειρο ήταν παιδικό, η γη να σταματούσε,
το χρόνο που όλο έτρεχε να 'ριχνα στο κενό.
Να ζούσα σαν και τότε, που μύριζα το χώμα,
τότε που σαν παιχνίδι γνώρισα το κρυφτό.
Τότε που δεν φοβόμουνα την μέρα που θα έρθει,
τα σύννεφα τα έδιωχνε ο ήλιος της ψυχής.
Τώρα λοιπόν που ξύπνησα,πονούν τα παραμύθια,
στα λένε τώρα άνθρωποι που έχουνε σκοπό.
Το χώμα καλωπίστηκε και έγινε τσιμέντο,
οι μυρωδιές χαθήκανε...ήρθε ο πολιτισμός!
Τρόπος ζωής, πια το κρυφτό, είναι για τους ανθρώπους,
μονάχα, θαρρώ έμεινε, μονάχα μια αγκαλιά....