Στο φόντο των μετεκλογικών διεργασιών το ΚΚΕ στρέφει άμεσα την προσοχή του στην οργάνωση της λαϊκής πάλης με δεδομένη τη συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής.
Το 2ο Μνημόνιο κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω απ’ το λαό, όλοι οι νόμοι του 1ου Μνημονίου εφαρμόζονται άψογα, τα κιτάπια της εφορίας έρχονται «βροχή», οι απολύσεις συνεχίζονται, οι ατομικές συμβάσεις υπογράφονται κανονικά, η τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς οργιάζει. Οι όποιες διορθωτικές κινήσεις υπόσχονται συγκυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση έχουν στόχο να αποπροσανατολίσουν, να εξαπατήσουν, να κερδηθεί χρόνος για το κεφάλαιο....
Μπροστά στον κίνδυνο αρνητικών εξελίξεων (άτακτη χρεοκοπία, γενικευμένης στάσης πληρωμών, πολέμου στην περιοχή κ.λ.π.) μπαίνει άμεσα για τους εργαζόμενους, το λαό, το καθήκον της ανασύνταξης του κινήματος.
Υπάρχει βέβαια και το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα για το λαό, όπως αυτό καταγράφηκε στις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής. Αποτέλεσμα που πυροδότησε εκ νέου συζητήσεις για τη «λαθεμένη» πολιτική του ΚΚΕ, συζητήσεις που συνδυάζονται και με νέες επιθέσεις κατά της ΚΕ και των στελεχών, από την πλευρά μάλιστα και του όψιμου «ενδιαφέροντος» άσπονδων φίλων για το μέλλον του Κόμματος. Να σημειώσουμε εδώ ότι και μετά τις 6 Μάη, όπου το ΚΚΕ αύξησε σε ψήφους και ποσοστά την εκλογική του δύναμη, πάνω – κάτω η ίδια συζήτηση επικράτησε, κατηγορώντας το ΚΚΕ ότι δεν μπορεί μαζικά να κερδίσει λαϊκές μάζες.
Τα σχόλια και οι κριτικές σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνούν τα όρια της στρέβλωσης της ιστορικής διαδρομής του ΚΚΕ, κινούνται στα πλαίσια των συνηθισμένων εμπαθών παρεμβάσεων, δεν παίρνουν υπόψη τους τις συλλογικές αποφάσεις των Συνεδρίων του Κόμματος, τις επεξεργασμένες θέσεις του. Σε κάθε περίπτωση αδιαφορούν για το χαρακτήρα του ΚΚΕ ως Κόμμα της εργατικής τάξης, με τη συγκεκριμένη φυσιογνωμία και χαρακτήρα που απαιτείται να έχει ένα συνεπές Κομμουνιστικό Κόμμα απέναντι στο λαό, ώστε με σταθερότητα να οργανώνει την καθημερινή του πάλη και με συνέπεια να τον προετοιμάζει και να τον οδηγήσει στην οικοδόμηση του νέου κοινωνικού – πολιτικοοικονομικού συστήματος.
Οι αφαιρέσεις αυτές δεν γίνονται τυχαία όπως τυχαίες δεν είναι και οι επιφανειακές προσεγγίσεις περί λάθους επικοινωνιακής πολιτικής του ΚΚΕ, άρνησης να κυβερνήσει, λαθεμένων χειρισμών, αστοχίες δηλώσεων, μειωμένης ικανότητας να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα κ.λ.π.
Ο στόχος είναι προφανής. Να χτυπηθεί η στρατηγική του ΚΚΕ, να αδυνατίσει η δράση του στο εργατικό – λαϊκό κίνημα, να θολώσει ή και να αμφισβητηθεί η πολιτική πρόταση εξουσίας που εδώ και χρόνια έχει καταθέσει το Κόμμα στο λαό. Από εχθρούς και «φίλους» επιχειρείται να έρθει σε αντιπαράθεση η βάση με την ηγεσία, όπως αυτοί τα καταλαβαίνουν και τα δυο, έχοντας πάντα κατά νου και το 19ο Συνέδριο που θα γίνει σε λίγους μήνες, δηλαδή τη μετάλλαξη του Κόμματος. Αυτή τη χάρη δεν πρόκειται να τους την κάνουν οι κομμουνιστές, τα μέλη και οι φίλοι του ΚΚΕ.
Από μια άλλη πλευρά, μεγάλη συζήτηση γίνεται και για την τακτική του ΚΚΕ. Αλήθεια από πότε ένα συνεπές Κομμουνιστικό Κόμμα επιτρέπεται να κάνει «λάστιχο» την τακτική του, με την ευθύνη που έχει απέναντι στο λαό, πολύ περισσότερο με το βλέμμα στραμμένο στην κάλπη και για πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε ο δρόμος της ενσωμάτωσης και της μετάλλαξης σε κόμμα του συστήματος δεν θα είχε καμιά επιστροφή. Θα ήταν θέμα χρόνου να αλλάξει και τη στρατηγική του που οι ίδιοι που βάζουν το ζήτημα της τακτικής τη θεωρούν «σωστή και κρυστάλλινη».
Να δούμε και 2-3 άλλα ζητήματα,
Πρώτο, το εκλογικό αποτέλεσμα κρίνεται από τη λάθος ή σωστή πολιτική ενός κόμματος ; αν είναι έτσι τότε ο δικομματισμός που κυριάρχησε για πάνω από 30 χρόνια είχε σωστές θέσεις ή το 2009 επιβραβεύτηκε η ορθότητα της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ με 44 % ή στις πρόσφατες εκλογές η ΝΔ είχε άριστη πολιτική (δυστυχώς πολύ σύντομα θα οξυνθούν τα προβλήματα του λαού και θα αυξηθούν τα αδιέξοδα).
Δεύτερο, το ΚΚΕ έδωσε τη μάχη με πλήρη επίγνωση του κινδύνου δεν μάσησε τα λόγια του, δεν κατέφυγε σε τακτικισμούς, δεν υποκρίθηκε.
Τρίτο, όσοι ερμηνεύουν το ποσοστό του ΚΚΕ σαν διάψευση της πολιτικής του, αποσιωπούν τους αντικειμενικούς παράγοντες που στο μεγαλύτερο βαθμό καθορίζουν και τα κριτήρια ψήφου, τις μετακινήσεις ολόκληρων «πληθυσμών» απ’ όλα τα κόμματα και προς όλα τα κόμματα (βλ. δημοσκοπήσεις για εκλογές 17 Ιούνη).
Διαμορφώνονται ελεύθερα τα κριτήρια ψήφου ; «θεοί και δαίμονες» επιχείρησαν να χειραγωγήσουν τη λαϊκή ψήφο μέχρι και τη Κυριακή το βράδυ. Υπήρξε μια άνευ προηγουμένου άμεση, προκλητική, απροκάλυπτη επέμβαση στην εκλογική αναμέτρηση, της Κομισιόν με ηγετικούς της παράγοντες, της Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, του ΔΝΤ, των ΗΠΑ, των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Η αστική τάξη της χώρας αλλά και όλοι οι παραπάνω συνέβαλλαν, ο καθένας από την πλευρά του, στη διαμόρφωση του νέου πολιτικού σκηνικού, του δίπολου Ν.Δ. – ΣΥΡΙΖΑ.
Από την επόμενη των εκλογών της 6ης Μάη υπήρξε παρέμβαση του ΣΕΒ που ζήτησε συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Διαπιστώθηκε ομαδική μετακόμιση αρκετών στελεχών του ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα από τις πρώην ΔΕΚΟ, Τράπεζες, την δημόσια διοίκηση και άλλων κεντρικών στελεχών του μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ οι οποίοι πήραν ενεργό μέρος στην οργάνωση του εκλογικού του αγώνα, στην οργανωμένη μετακίνηση σημαντικού μέρους της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ προς το ΣΥΡΙΖΑ.
Τέταρτο, με την έναρξη των μεγάλων αγωνιστικών κινητοποιήσεων, από το Δεκέμβρη του 2009, όπου διαπιστώνονταν και μια τάση ριζοσπαστικοποίησης μεγάλων λαϊκών μαζών, συγκροτήθηκε μέτωπο από την αστική τάξη, τους μηχανισμούς της, τις αστικές πολιτικές δυνάμεις για ανάσχεση της ριζοσπαστικοποίησης λαϊκών συνειδήσεων.
Ήταν εμφανής η αγωνία της άρχουσας τάξης για το ενδεχόμενο μετατροπής της οργής και αγανάκτησης σε οργανωμένη αντίδραση των εργαζομένων, σε ταξική πάλη, σε αντεπίθεση. Δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς ένα χρόνο πριν, οι ίδιοι με τη βοήθεια και του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων εξωκοινοβουλευτικών πολιτικών σχημάτων οργάνωσαν σαν αντίβαρο στο ταξικό κίνημα τις διαμαρτυρίες των πλατειών, της «μούντζας», της εκτόνωσης, προετοιμάζοντας και με αυτό τον τρόπο την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού.
Όλοι αυτοί που ξορκίζουν τους λαϊκούς αγώνες διαμορφώνουν και ένα ευνοϊκό περιβάλλον αποδοχής της γνωστής μεθόδου «εξουσιοδότησης στους από πάνω» για τη λύση των προβλημάτων. Άλλωστε σ’ αυτό προσφέρει αφειδώς τις υπηρεσίες του και ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ, που ζήτησε να τον χρησιμοποιήσει η νέα συγκυβέρνηση ως «διαπραγματευτικό ατού» αλλά και πρόσφατα σε συνέντευξή του στο «Ρόιτερς» που είπε «…δεν θα καλέσουμε τους υποστηρικτές μας να βγουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στα μέτρα λιτότητας» συνεχίζοντας παράλληλα «…ο ρόλος μας είναι να είμαστε μέσα και έξω από το κοινοβούλιο, να χειροκροτούμε κάθε τι θετικό, να καταδικάζουμε όλα τα αρνητικά και να προτείνουμε εναλλακτικές λύσεις». Αν αυτό δεν σημαίνει εξουσιοδότηση «δια της μιας ψήφου» τι άλλο μπορεί να είναι ; Ταυτόχρονα εμφανίζεται ως εγγυητής απέναντι στην αστική τάξη ότι μπορεί να χειραγωγήσει το εργατικό, το λαϊκό κίνημα και να λειτουργήσει ως εργαλείο και ικανή δύναμη ενσωμάτωσης των λαϊκών δυνάμεων στο σύστημα.
Να το πούμε λοιπόν καθαρά. Όλη αυτή η επίθεση απέναντι στο Κόμμα, και είναι σίγουρο ότι θα συνεχιστεί δεν θα γίνονταν αν το ΚΚΕ συναινούσε με τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση της διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε σαν αποτέλεσμα τον αφοπλισμό και την υποχώρηση - ήττα του εργατικού κινήματος, τη ματαίωση της προσπάθειας για τη συγκρότηση ισχυρής κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας που συγκρούεται με την πολιτική γραμμή των μονοπωλίων, των ιμπεριαλιστικών ενώσεων της ΕΕ, του ΝΑΤΟ. Θα ακύρωνε κάθε προσπάθεια για συσπείρωση στην πάλη για τα καθημερινά προβλήματα που οξύνονται όλο και πιο πολύ, στην προοπτική της εργατικής λαϊκής εξουσίας.
Σήμερα το ΚΚΕ θα βρισκόταν σε μια πρακτική ακύρωσης της συνέπειας και σταθερότητας λόγων και έργων, καθώς από το Κόμμα ζητούνταν επιζήμιες, καθοριστικά λαθεμένες υποχωρήσεις τόσο από το πρόγραμμά του όσο και από τα άμεσα καθήκοντα πάλης.
Χωρίς καμιά τάση μετάθεσης ευθυνών σε όσους δεν ψήφισαν το ΚΚΕ στις 2 εκλογικές αναμετρήσεις, ας αναλογιστεί ο καθένας και η καθεμιά, μια τέτοια υποχώρηση του ΚΚΕ θα λειτουργούσε προς όφελος ή θα ήταν επιζήμια για το λαό και το κίνημά του. Σε μια περίοδο μάλιστα που το ταξικό εργατικό κίνημα πρέπει να αποκαλύψει, να απορρίψει και να εναντιωθεί στις σκόπιμα παραπλανητικές απόψεις περί "κοινού προβλήματος", "από κοινού αντιμετώπισης", "ρύθμισης", "εξυγίανσης", "εξανθρωπισμού" του καπιταλισμού, που "δαιμονοποιούν" το φιλελευθερισμό μόνο και μόνο για να σώσουν τον καπιταλισμό.
