Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Αρνούνται οι ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ να εγκαταστήσουν μηχανήματα POS

Αντίθετη δηλώνει η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας στην καθιέρωση υποχρεωτικής τοποθέτησης συσκευής POS και αποδοχής μέσων πληρωμής με κάρτα από τους δικηγόρους. 

Προαναγγέλλουν παράλληλα, ότι θα προσφύγουν δικαστικά σε βάρος της υπουργικής απόφασης με σκοπό την ακύρωσή της.

Μεταξύ των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων που υποχρεούνται εντός τριών μηνών (από τις 13 Απριλίου του 2017) να εγκαταστήσουν POS και να δέχονται πληρωμή με κάρτα είναι και όσοι ασχολούνται με νομικές δραστηριότητες.

Ωστόσο, οι δικηγόροι επισημαίνουν ότι η σχετική υπουργική απόφαση δεν έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και κατά συνέπεια είναι ανυπόστατη, καθώς η δημοσίευσή της στο ΦΕΚ «αποτελεί όρο του υποστατού των κανονιστικών διοικητικών πράξεων».

Επιπλέον οι δικηγόροι εγείρουν και άλλα ζητήματα, αφού ο σχετικός νόμος προβλέπει ότι οι συναλλαγές αφορούν "καταναλωτές" υποστηρίζοντας ότι "κατά την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών ο δικηγόρος έχει σχέση εντολής με τον εντολέα του.

Ο λήπτης, δηλαδή, των νομικών υπηρεσιών δεν είναι καταναλωτής και αντιστοίχως ο δικηγόρος κατά την παροχή των υπηρεσιών δεν είναι «προμηθευτής» εν τη εννοία της νομοθεσίας περί προστασίας καταναλωτών".

Συνεπώς, υποστηρίζουν «είναι αμφίβολο εάν οι δικηγόροι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 65 του νόμου 4446/2016, και εντεύθεν εάν η υπαγωγή των νομικών υπηρεσιών στην Κοινή Υπουργική Απόφαση είναι νόμιμη ή όχι».

Στη φαρέτρα των επιχειρημάτων οι δικηγόροι προσθέτουν ότι επειδή ο υπερασπιστής μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του στον εντολέα του σε όλη την επικράτεια και εκτός δικηγορικού γραφείου "«είναι αμφίβολο εάν η απόφαση είναι εφαρμόσιμη ειδικώς στην περίπτωση της παροχής δικηγορικών υπηρεσιών».

Και καταλήγουν -για να μην κατηγορούνται για προσπάθεια απόκρυψης φορολογητέας ύλης- ότι θα έπρεπε προηγουμένως να έχουν προκριθεί κίνητρα για όσους δικηγόρους επιλέξουν την εγκατάσταση αυτών των μηχανημάτων, τονίζοντας ότι «η επιβολή πρόσθετου κόστους στις συναλλαγές των δικηγόρων με τους εντολείς τους, το οποίο θα αναγκαστούν να μετακυλήσουν τους τελευταίους, έχει ως συνέπεια αδικαιολόγητη, πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση και δυσχέρανση της πρόσβασης στην δικαιοσύνη για τους πολίτες».